”Penas tiene mi mare
                             penas tengo yo
                             y las que siento son las de mi mare
                            que las mis no”.   

                                                           ”Η μάνα μου έχει τα βάσανά της
                                                            κι εγώ τα δικά μου
                                                            της μάνας μου είναι αυτά που νιώθω
                                                            όχι τα δικά μου”.

—Κάντε φλαμένκο, παραδοσιακή σιγκουρίγια,
Ανδαλουσία
 

  

Eτυμολογία και προέλευση

Προκειμένου να κατανοήσει κάποιος τις επιρροές και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γεννήθηκε το Φλαμένκο, θα πρέπει να στραφεί στην κουλτούρα και τη μουσική παράδοση της Ιβηρικής Χερσονήσου.

    Η ίδια η προέλευση του όρου “φλαμένκο”, συνεπώς και της ιστορίας του, έχει πολλαπλές ερμηνείες. Για παράδειγμα, στην ισπανική γλώσσα, ο όρος αυτός χρησιμοποιούνταν  για τα προερχόμενα από την Φλάνδρα πλήθη, κάτι που μπορεί να υποδηλώνει ότι το φλαμένκο ταξίδεψε στην Ισπανία μέσω των Φλαµανδών µεταναστών επί της βασιλείας του Καρόλου Ε’. Επιπροσθέτως, ορισμένοι ισχυρίζονται ότι κοιτίδα της ανωτέρω τέχνης είναι η Βόρεια Αφρική, ενώ  μια ομάδα μουσικολόγων παρατηρούν επιρροές ακόμα κι από την Βυζαντινή και Ινδική θρησκευτική µουσική.

Πριν την εισβολή των Μουσουλμάνων το 711, η Ισπανία των Βησιγότθων είχε υιοθετήσει το δικό της ξεχωριστό εκκλησιαστικό λειτουργικό, γνωστό ως μοζαραβική λειτουργία, η οποία υπήρξε βαθειά επιρρεασμένη από τη Βυζαντινή μουσική και διατηρήθηκε μέχρι το 10ο ή 11ο αιώνα. Ορισμένες θεωρίες, όπως εκείνες του Ισπανού κλασικού μουσικό Manuel de Falla, συνέδεαν το φλαμένκο με μουσικά ακούσματα αρχαιοελληνικής  δωρικής προέλευσης, ο οποίος αποκαλούνταν Φρυγικός. Δυστυχώς, λόγω της μορφής της μουσικής γραφής των Μοζαραβιτικών ύμνων, η θεωρία αυτή δεν έχει αποδειχτεί.

Κατά τη διάρκεια της κατοχής  της Νότιας Ισπανίας από τους Μωαμεθανούς, Χριστιανοί, Εβραίοι και Μουσουλμάνοι  συμβίωναν αρμονικά. Τότε έκαναν την εμφάνισή τους και οι πρώτες νομαδικές τσιγγάνικες φυλές της Ισπανίας, οι οποίες πιθανότατα προήλθαν από την περιοχή Παντζάμπ της Ινδίας.

Κατά τη διάρκεια της  επανάκτησης των ισπανικών εδαφών, η Κόρδοβα και η Σεβίλη έπεσαν στης αρχές του 13ου αιώνα, ενώ τελευταία η Γρανάδα το 1492. Έτσι, οι ανεπιθύμητοι πληθυσμοί καταδιώκονταν όλο και πιο νότια, ενώ σε αυτούς προστέθηκαν αργότερα και όσοι ήθελαν να ξεφύγουν από την αγχόνη της  Ιεράς  Εξέτασης. Η συγχώνευση των  τσιγγάνων (Gitanos στα ισπανικά) με τους Εβραίους, τους Μουσουλμάνους και τους Ανδαλουσιανούς κατοίκους  της Νότιας Ισπανίας οδήγησε στη “γέννηση” του φλαμένκο, ενώ η μουσική της Βόρειας Ισπανίας είχε καθαρά κελτικές επιρροές, ήδη από τους  προρωμαϊκούς χρόνους.

Φλαμένκο: το τραγούδι

Αυτό που σήμερα θεωρείται γνήσιο φλαμένκο, έχει να κάνει με  το τραγούδι των τσιγγάνων της Ανδαλουσίας. Πρόκειται για ένα κύκνειο άσμα με βαθύ νόημα (με θέμα το θάνατο, τα ανθρώπινα βάσανα, την απόγνωση, τη λύπη και το θρησκευτικό συναίσθημα) καθιερωμένο κατά  τα τέλη του 17ου αιώνα, ισοδύναμο με το “cante Hondo” ή “cante Jondo” (Κάντε Χόντο¬). Από γλωσσολογική άποψη, αξιοσημείωτη είναι η αντικατάσταση του αρχικού γράμματος “H” της  λέξεως  “Hondο” με το γράμμα “F”του όρου Φλαμένκο.  Αρχικά αποτελούσε έμπνευση συνοδευόμενη από ανδρική φωνή, χωρίς  την συνοδεία οργάνων, που διηγείτο θλιβερές ιστορίες. Με την πάροδο των χρόνων, η θλιβερή αυτή ιστορία, πάλθηκε από τις χορδές  της  ισπανικής κιθάρας (toque) και  η ασώματη μορφή της εκφράσθηκε πια μέσω του χορού (baile). Ωστόσο ο Max Joseph Kahn έκρινε ότι ο όρος  “φλαμένκο”  προέρχεται από την εβραϊκή φράση “jom-tob”  ή  “Yom- tob”.  Σύμφωνα με García και τον Ηipólito Rossy Matos, δεν αποτελούν όλα τα τραγούδια  “cante flamenco Hondo”,  ενώ ο τελευταίος , Manuel de Falla ισχυρίστηκε ότι ο όρος “cante Hondo” εμφανίστηκε κατά την αρχαιότητα ενώ το φλαμένκο ότι απαντούσε στην σύγχρονη εποχή.

Κοινωνική αποδοχή και εξάπλωση του Φλαμένκο

Την ελευθερία και την σαγήνη του είδους δεν αποδέχονταν πάντοτε η συντηρητική άρχουσα τάξη, εξαιτίας του περιεχομένου των τραγουδιών, τα οποία είχαν σαν θέμα τους τη βία, τον έρωτα δίχως κοινωνικές συμβάσεις, τη φυλακή, αναδυόμενα μέσα από μια ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα.
Από το 1850 μέχρι και το 1910, κάνουμε λόγο για την  λεγόμενη ”Χρυσή Εποχή του Φλαμένκο”. Το φλαμένκο τρύπωσε στα πολλά ”cafes cantantes”, εκείνης της εποχής, όπου δίνονταν μουσικές παραστάσεις, κερδίζοντας  θαυμαστές από τις πιο πλούσιες και μορφωμένες κοινωνικές τάξεις. Οι συμμετέχοντες ήταν πλέον επαγγελματίες, ενώ γίνονταν διάσημοι και οι κιθαρίστες που συνόδευαν τους  χορευτές , οι οποίοι άρχισαν να επηρεάζονται από ακούσματα κλασικών κομματιών, υιοθετώντας τεχνικές που ενσωμάτωσαν στην παραδοσιακή μουσική. Για κάποιους, η περίοδος αυτή σηματοδοτούσε την εμπορευματοποίηση του παραδοσιακού φλαμένκο, ενώ άλλοι υποστήριζαν ότι με τους επαγγελματίες πλέον χορευτές και μουσικούς δημιουργούνταν υγιής ανταγωνισμός, ο οποίος με τη σειρά του γεννούσε μεγαλύτερη δημιουργικότητα και τεχνική αρτιότητα.
Θεωρείται πως οι χορευτές και οι τραγουδιστές του φλαμένκο άσκησαν μεγάλη επίδραση σε καλλιτέχνες του 19ου αιώνα, αλλά και στους πρωτοπόρους των καλλιτεχνικών κινημάτων στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα (κυβισμός, ντανταϊσμός, σουρεαλισμός), κάτι που αναδεικνύεται στις μέρες μας μέσω εκθέσεων έργων τέχνης.
Κατά τη δικτατορία του Φράνκο (1936-1973), κυνηγήθηκαν οι πολιτικοί αντίπαλοι του καθεστώτος, καθώς και μειονότητες της χώρας. Ωστόσο, οι τσιγγάνοι της  Ανδαλουσίας δεν είχαν τόσο την τύχη ομοεθνών τους στην κυρίως Ευρώπη, το 85% των οποίων βρήκαν το θάνατο στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Έτσι, μέσα από την προφορική τους παράδοση συνέχισε να αναπτύσσεται η μουσική κι ο χορός του φλαμένκο.
Με την πάροδο των χρόνων, όταν αναπτύχθηκε και η μουσική τεχνολογία και βιομηχανία, το φλαμένκο διαπέρασε τα σύνορα της Ισπανίας κι έγινε γνωστό σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου. Έτσι, άρχισαν να αναπτύσσονται  τα επιμέρους είδη φλαμένκο, με επιρροές  από τη Λατινική Αμερική και κυρίως την Κούβα, ενώ η επίδραση της  τζαζ έφερε και την προσθήκη μη παραδοσιακών οργάνων, όπως το φλάουτο, τα κρουστά, το μπάσο και το σαξόφωνο.

Τουριστική εκμετάλλευση και “φολκλόρ”

Κατά το 19ο αιώνα, το φλαμένκο και η συσχέτισή του με τους ανδαλουσιανούς  αθίγγανους άρχισε να γίνεται δημοφιλές σε όλη την Ευρώπη μέχρι και τη Ρωσία, με αποτέλεσμα να αποτελέσουν  “απαραίτητο”  θέαμα για όποιον ταξίδευε μέχρι την Ισπανία. Συνθέτες έγραφαν μουσικά έργα με θέματα τσιγγάνικα και φλαμένκο, παρμένα από τα προσωπικά τους βιώματα. Η Ισπανία ταυτίστηκε με τους  τσιγγάνους  και το φλαμένκο, προς δυσαρέσκεια των μη-Ανδαλουσιανών Ισπανών. Η τάση αυτή οφείλεται στο γενικότερο ενθουσιασμό που παρατηρούνταν εκείνη την περίοδο στην Ευρώπη αναφορικά με φολκλορικές παραδόσεις  χωρών.
Στη σύγχρονη Ισπανία, η κυβέρνηση υποστηρίζει το φλαμένκο ως βασικό στοιχείο της τουριστικής ανάπτυξης της  χώρας. Το γεγονός αυτό έχει τόσο υποστηρικτές όσο και επικριτές, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι το παραδοσιακό φλαμένκο σαν καλλιτεχνική έκφραση πρέπει να αναπτύσσεται και να εντοπίζεται στους αρχικούς θύλακές του, την ισπανική επαρχία, τα λαϊκά πανηγύρια, και όχι να καταλήξει “μουσειακό είδος”. Επίσης, υπερασπιστές του  “γνήσιου φλαμένκο”  θεωρούν ότι δεν έχουν όλοι επαρκή γνώση και τεχνική, με αποτέλεσμα να έχουν οδηγηθεί στην άποψη που υποστηρίζει ότι  πολλοί αναγνωρίζουν  το φλαμένκο ως “φολκλορικό θέαμα”.

Η κατάκτηση

Μετά τον Πόλεμο για την Ανεξαρτησία (1808-1812) αναπτύχθηκε στην ισπανική συνείδηση η αίσθηση της φυλετικής υπερηφάνειας, η οποία αντιτάσσονταν  με τις  χερσαίες δύναμεις  του Frenchified και το πρότυπο της ατομικότητας. Μέσα στο γενικότερο κλίμα, οι αθίγγανοι και ο ιδιάιτερος τρόπος ζωής τους θριαμβεύουν και προτάσσουν το  ιδανικό μοντέλο του εν λόγω ατόμου. Παράλληλα, στο προσκύνιο εμφανίζονται αρένες  ταυρομαχίας στην Ronda και στην Σεβίλλη και από κοινού με την έξαρση του φαινομένου της  ληστείας και η γοητεία που ασκούσε το ανδαλουσιανό στοιχείο στους Ευρωπαίους ταξιδιώτες, διαμόρφωσαν την αυτονομία της Ανδαλουσία, η οποία θριάμβευσε στο δικαστήριο της Μαδρίτης.

Το Φλαμένκο στην νυχτερινή διασκέδαση

Στα νυχτερινά κέντρα της πόλης οι  τραγουδιστές  τραγουδούσαν και οι θεατές  πίνοντας  απολάμβαναν την μουσική ψυχαγωγία. Η ελευθερία και η έννοια του χορού που εκφράζεται μέσα από το Φλαμένκο, αποτέλεσε θείο  δώρο  για τους επίλεκτους θνητούς, οι οποίοι κληροδότησαν στις επόμενες γενιές.
Μέσω  αυτής της σύζευξης που ακούει στο όνομα φλαμένκο, οι άνθρωποι βρήκαν διέξοδο πολλές φορές  και δραπέτευαν  από τα βάσανα της καθημερινής τους  ζωής.

Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα που δημοσίευσε ο τραγουδιστής  Fernando de Triana το 1842 υπήρξε τραγουδιστής του είδους  το 1847 με το όνομα των Λογγοβάρδων, στην όπερα του Verdi. Ο Silverio Franconetti  το 1881, ο τραγουδιστής με ένα εκτεταμένο ρεπερτόριό μεγάλων καλλιτεχνικών ταλέντων, εγκαινίασε  το πρώτο καφέ και το ονόμασε  “cantante Flamenco”.  Οι τραγουδιστές  δραστηριοποιούνταν  μέσα σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον, διότι ο ο ίδιος ο Silverio, επιθυμούσε να δυσφημεί δημοσίως και να σατυρίζει τους καλύτερους τραγουδιστές της εποχής του προσκαλώντας  τους στον χώρο του.

Η μόδα του καμπαρέ επέτρεψε  την εμφάνιση των επαγγελματίων τραγουδιστών  και αποτέλεσε το χωνευτήρι στο οποίο διαμορφώθηκε η τέχνη του φλαμένκο.  Οι μισθωτές  παρατηρώντας αυτήν την κερδοφόρα προοπτική, διδάσκονταν τον ρυθμό των αθίγγανων, ερμηνεύοντας τα τραγούδια τους και προσδίδοντας νέο ύφος, διευρύνοντας το ήδη υπάρχον ρεπορτόριο σύμφωνα με τις προτιμήσεις του κοινού.

Η Flamencoing ορίζεται από το Royal Academy ισπανικά ως “γεύση για το φλαμανδικό τελωνειακών ή Αχιλλέας” είναι μια έννοια catchall με χώρο για το φλαμένκο και τους λάτρεις των ταυρομαχιών, μεταξύ άλλων καθαρό ισπανικά. Αυτά τα τελωνεία ήταν σοβαρή προσβολή από τη Γενιά του 98, όλα τα μέλη της “antiflamenquistas”, εκτός από τα αδέλφια Machado, Manuel Antonio και στη συνέχεια, όταν Σεβίλλη Demófilo λαογράφου και παιδιά, είχαν ένα πιο σύνθετο θέμα.

Μαχήτης και οπαδός του κινήματος κατά του Φλαμένκο, υπήρξε ο συγγραφέας  Eugenio Noel, ο οποίος στα νιάτα του ήταν μια μαχητική casticismo. Ο Noel, υποστήριξε ότι  η τέχνη του φλαμένκο και το αιμοδιψές θέαμα μια ταυρομαχίας, αποτελούν  την πηγή των δεινών της χώρας. Κατά την άποψή του, η απουσία τέτοιου είδους  πολιτιστικών εκφράσεων στα σύγχρονα ευρωπαϊκά κράτη, έδωσε το προβάδισμα στο τομέα της οικονομίας και του πολιτισμού. Αυτές οι σκέψεις  μεγέθυναν το αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ της τέχνης του

Η ‘Οπερα φιλοξενεί το Φλαμένκο

Μεταξύ του 1920 και  1955 το φλαμένκο ταξίδεψε στους  χώρους του θεάτρου, με την ονομασία “Opera Flamenca”. Ο χαρακτηρισμός αυτός, αποτέλεσε οικονομική στρατηγική της προώθησης, επειδή η όπερα φορολογείτο μόνο το 3%, ενώ για κάθε παράσταση καταβάλονταν  το ποσοστό  του 10%. Σήμερα, το φλαμένκο έχει εξαπλωθεί σε ολόκληρη την Ισπανία και σε μεγάλες  πόλεις ανά τον κόσμο. Η κοινωνική και εμπορική επιτυχία που επιτεύχθηκε μέσα από την παραγωγή του φλαμένκο, αντικατέστησε τις υπόλοιπες μορφές διασκέδασης- οι οποίες έτειναν να εκλείψουν-  με τον ελαφρύ αέρα της καμπανίας και των fandangos εκ των οποίων δημιουργήθηκαν πολλές προσωπικές καλλιτεχνικές εκδόσεις . Η κριτική των φτωχών, η χρήση του falsetto  και το χυδαίο ύφος επιτέθηκαν στην ξύλινη καθαρεύουσα των τραγουδιών της εποχής εκείνης.
Σύμφωνα με την κατευθυντήρια γραμμή της καθαρεύουσας, ο Federico Garcia Lorca και ο Manuel de Falla είχαν την ιδέα να διοργανώσουν, το 1922,έναν διαγωνισμό  φλαμένκο στην Γρανάδα. Και οι δύο καλλιτέχνες συνέλαβαν την τέχνη του φλαμένκο ως  λαογραφίκό απόσταγμα και όχι ως θεατρική μορφή τέχνης. Για να ξεπεράσουν αυτή την ανησυχία, υποστήριξαν ότι μόνο ερασιτέχνες θα μπορούσαν να λάβουν μέρος. Αποκλείστηκαν  τα εορταστικά τραγούδια όπως και οι κομπανίες. Η πρόταση  του Falla και του Lorca παραγκώνισαν τον ρυθμό του “canto jondo” και παρασύρθηκαν από τις νότες του φλαμένκο. Η κριτική επιτροπή υπό την προεδρία του Antonio Chacón, ο οποίος  αποτελούσε  ηγετική φυσιογνωμία στον χώρο του τραγουδιού. Οι νικητές ήταν ο “Tenazas”,  ένας συνταξιούχος επαγγελματίας τραγουδιστής της επαρχίας Moron de la Frontera, και ο ανήλικος Manuel Ortega, οκτώ χρόνων από την Σεβίλλη που πέρασε στην ιστορία του φλαμένκο ως Manolo Caracol. Ωστόσο, σε γενικές γραμμές, ο διαγωνισμός ήταν μια αποτυχία, λόγω της κακής ανταπόκριση που είχε και επειδή  oι Lorca και Falla δεν έδειξαν τον επαγγελματισμό που απαιτούσε το φλαμένκο, προσπαθώντας μάταια να υποστηρίξουν την παρθένα καταγωγή μιας τέχνης  που αποτελεί κράμα μεμονωμένων στοιχείων προσωπικών  καινοτομιών των δημιουργών της. Ανεξάρτητα από τα ανωτέρω, με την εμφάνιση της  γενιάς  του ’27, των οποίων τα περισσότερα επιφανή μέλη ήταν άνθρωποι του πνεύματος, το φλαμένκο περνά σε άλλη φάση και αναγνωρίζεται επίσημα από τα διανοούμενα πλήθη.
Μετά τον εμφύλιο πόλεμο, κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου και της δικτατορίας του Φράνκο, το φλαμένκο αποτέλεσε κάτι το νοσηρό καθώς οι αρχές δεν ήταν βέβαιες ότι η παραγωγή αυτής της τέχνης  συμβάλλει στην εθνική συνείδηση. Ωστόσο, η αμφιβολίες  ξεπεράστηκαν και το φλαμένκο ήρθε λίαν συντόμως να αποελέσει την πεμπτουσία της  άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς.

Με λίγα λόγια, η περίοδος της φλαμανδικής όπερας, υπήρξε δεκτική στην δημιουργικότητα και τον πειραματισμό και τελικά αντικατέστησε  το μεγαλύτερο μέρος του φλαμένκο -πενταγράμματος-. Η εποχή εκείνη, αναδείχτηκε ως  χρυσή εποχή του είδους, με μορφές όπως τους: Antonio Chacón, Manuel Torre, La Niña de los Peines, Pepe Marchena και Manolo Caracol να την πλαισιώνουν.

Η εμφάνιση της επιστήμης του Φλαμένκο.

Από τη δεκαετία του ’50 του ΧΧ αιώνα άρχισαν να κυκλοφορούν στην αγορά της γνώσης , ανθρωπολογικές και μουσικολογικές μελέτες με θέμα το φλαμένκο. Το έτος 1954 δημοσιεύτηκε η πρώτη ανθολογία  “Hispavox del cante Flamenco” όπως και ηχογραφήσεις (στοιχείο ρηξικέλευθο για την εποχή εκείνη), που κυριαρχούσε στο ενορχηστρωμένο τραγούδι και, ως εκ τούτου, παρέμεινε.  Το 1955, ο αργεντίνος διανοούμενος Climent Anselmo González, δημοσίευσε ένα δοκίμιο με το όνομα “Flamencología” και το βάπτισε “Το σώμα της γνώσης”. Το βιβλίο αυτό, αποτελεί μια αξιοπρεπή μελέτη του φλαμένκο από την εφαρμογή της ακαδημαϊκής μεθοδολογίας της μουσικολογίας που χρησίμευε ως βάση για τις περαιτέρω μελέτες σχετικά με  το συγκεκριμένο γένος.

Ρυθμοί (“Πάλος”) του Φλαμένκο

Στο φλαμένκο υπάρχουν διαφορετικοί ρυθμοί και μουσικά είδη, οι αποκαλούμενοι στα ισπανικά palos, που αριθμούν πάνω από 50, κάποιοι συχνότεροι και κάποιοι πιο σπάνιοι.
Τα τραγούδια του φλαμένκο κατηγοριοποιούνται στα “πάλος” με βάση το ρυθμικό μέτρο τους, την αλληλουχία των συγχορδιών, το ύφος τους, τη μορφή των στροφών, τη γεωγραφική περιοχή από την οποία προέρχονται, καθώς και την απουσία ή όχι χορού/τραγουδιού. Πολλοί καλλιτέχνες του φλαμένκο συνήθως εξειδικεύονταν σε έναν μόνο τύπο φλαμένκο.
Κάποια τραγούδια δεν έχουν συνοδεία χορού, ενώ άλλα χορεύονται είτε από άνδρες είτε από γυναίκες. Η πλειονότητα των “πάλος” χορεύεται σήμερα σε μορφή σόλο, μέχρι σημείου ο,τιδήποτε χορεύεται με περισσότερους από έναν χορευτές, όπως για παράδειγμα οι σεβιγιάνας ή οι ροντένιας, να μη θεωρείται γνήσιο φλαμένκο.

“Πάλος” χωρίς συνοδεία μουσικής
”Σολεάρες”
“Πάλος” με βάση το φαντάνγκο
“Πάλος” με βάση τη σεγιρίγια
“Πάλος” με ρυθμό Τάνγκο
“Πάλος” με επιρροές από τη Λατινική Αμερική

Διάσημοι Χορευτές Του Είδους

    * Lola Flores (Λόλα Φλόρες)
    * Cristina Hoyos (Κριστίνα Όγιος)
    * Antonio Gades (Αντόνιο Γκάδες)
    * Antonio Canales (Αντόνιο Κανάλες)
    * Joaquín Cortés(Χοακίν Κορτές)
    * María Pagés (Μαρία Παχές)
    * Antonia Mercé (Αντόνια Μερθέ)
    * Carmen Cortés (Κάρμεν Κορτές)
    * Maria Serrano (Μαρία Σεράνο)
    * Aída Gómez (Αΐδα Γκόμεθ)
 

Πηγή: en.wikipedia.org/wiki/Flamenco

es.wikipedia.org/wiki/Flamenco

Are you interested in any Course?