[

Γεωγραφία
Η πόλη της Γκουέρνικα ιδρύθηκε από τον Κόμη Tello (Τέγιο) στις 28 Απριλίου 1366, στο σταυροδρόμι των ποταμών Bermeo (Βέρμεο) και Durango (Ντουράνγκο) με ενδιάμεσους σταθμούς το δρόμο από το Bilbao (Μπιλμπάο) προς τις περιοχές Elantxobe (Ελαντσόμπε) και Lekeitio (Λεκεΐτιο). Η θέση ήταν στρατηγική καθώς βρίσκοταν στις εκβολές του ποταμού, όπου τα σκάφη δύνανται να καταπλεύσουν στο λιμάνι της Suso (Σούσο). Στον χρόνο που χρειάστηκε για την δημογράφηση της βασκικής πόλης, κατασκευάστηκε μια σειρά παράλληλων δρόμων (Goyenkale, Azokekale, Artekale και Barrenkale) και ακόμα, ο γνωστός εγκάρσιος της Santa María, με την ομώνυμη εκκλησία σε κάθε άκρο του οικισμού. Δεν είναι τυχαίο που στον ιδρυτικό χάρτη του οικισμού της πόλης αναφέρεται αυτό το χαρακτηριστικό. Η ζωή στην πόλη ήταν αυστηρά δομημένη, προασπίζοντας τα προνόμια της κυρίαρχης μεσαίας τάξης. Το ανάγλυφο προβάλλονταν σχεδόν αμετάβλητο μέχρι τα τέλη του 17ου αιώνα.
Μια πλατεία στο κέντρο της πόλης τον 18ο αιώνα, φιλοξένησε το δημαρχείο, μια δημόσια φυλακή για τον φρονιματισμό των κακοποιών και το νοσοκομείο Mercy (Μέρσι), το οποίο φιλοξενούσε τους απόρους του χωριού.
Η κατασκευή των κτιρίων, με τις βαριές ξύλινες σκεπές και τα παραπήγματα, δεν αντιστέκονταν στις πυρκαγιές (αριθμητικά 1521, 1537 και 1835). Η πόλη, συνάμα, υπέφερε από καταστροφικές πλημμύρες που έπλητταν το χωριό, όταν η περίοδος των βροχών συνέπιπτε με υψηλές παλίρροιες. Αντιμέτωποι καθημερινά με την μῆνιν της φύσης, αυτά τα φυσικά καθημερινά φαινόμενα, οι γεωργικές δραστηριοτήτες (καλλιέργεια σιτηρών, κηπευτικών προϊόντων και τα οπωροφόρα δέντρα), αντικαταστάθηκαν με την τεχνη των χεριών, (ράφτες, υποδηματοποιοί …) και το εμπόριο (μεταφορά και πώληση αγαθών).
Οι αιώνες που πέρασαν, χαρακτηρίστηκαν από τη συνεχή αντιπαράθεση της Guernica (Γκερνίκα) με την γειτονική επαρχία της Luno (Λούνο). Τα όρια της δικαιοδοσίας, παρέμεναν απροσδιόριστα μέχρι το έτος 1882, μέχρι που η φιλονικία αυτή έληξε με την ένωση των δύο πόλεων και αποφασίστηκε να φέρουν τα ονόματα Guernica και Luno αντίστοιχα.
Σήμερα, η κωμόπολη ανήκει στην καρδιά της βιόσφαιρας “Busturialdea” (Μπουστρουριαλδέα) πλαισιωμένη από τον φυσικό χώρο της ”Urdaibai” (Ουρνταιμπάι). Η έκτασή της κυμαίνεται στα 16 244 (INE 2009) με επέκταση 8,47 χιλιομέτρων ²  και ο πληθυσμός της πλησιάζει τους 1909 κατοίκους  / km ².

Πρώιμη Ιστορία

“Jaungoikuaren aurrean apalik,
euzko-lur ganian zutunik
asabearen gomutaz
Gernika’ko zuaizpian
nere aginduba ondo betetzia zin dagit».
“Ενώπιον του Θεού, στέκομαι ταπεινομένος στην χώρα των Βάσκων
και εις την μνήμη των προγόνων μου
κάτω από το δένδρο της Γκερνίκα
ορκίζομαι να πράξω ως προς τον όρκο μου”.

“Εις την μνήμη του Urdaibairen”

Σε ένα μικρό λοφίσκο, βρίσκεται το oίκημα που λάμβαναν χώρα οι συνεδριάσεις των Βάσκων όπως και το περίφημο “Δέντρο της Γκερνίκα”. Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, οι κάτοικοι, συγκαλούσαν συνελεύσεις κάτω από την βελανιδιά και συζητούσαν τα τρέχοντα θέματα της κοινότητας. Το δέντρο της Γκερνίκα απέκτησε ιδιαίτερη σημασία καθώς στο σημείο εκείνο, συστάθηκε η ενορία του Lumo, στην ευρέως γνωστή τοποθεσία “Gernikazarra” (Γκερνικαθάρα), δίπλα σε ένα μικρό ιερό. Όταν το γεωγραφικό Βισκαϊκό διαμέρισμα ενσωματώθηκε στο βασίλειο της Καστίλης, έγινε σύνηθες για τον Βασιλιά της Καστίλης να επισκέπτεται την πόλη και να δένει με όρκους τις υποσχέσεις του αναφορικά με τους τοπικούς νόμους της Γασκώνης, τους λεγόμενους “Fueros” (Φουέρος). Στις 30  Ιουνίου του 1476, ο όρκος του Βασιλιά Φερδινάνδου, που αφορούσε την λεγόμενη “Καθολική Moναρχία” απεικονίζεται από την υδατογραφία του Francisco de Medieta (Φρανθίσκο Ντε Μεντιέτα), ευρέως γνωστό ως “Εl besamanos” (Ελ Μπεσαμάνος, “Το Πραγματικό Ακρωτήρι”).  Με αργά και σταθερά βήματα, η μικρή κωμόπολη αξίωσε την βιομηχανική ανάπτυξη. Η πρώτη βιομηχανική ανησυχία σημειώθηκε κατά τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα, γεγονός που ενθάρρυνε την αύξηση του πληθυσμού, εκτοξεύοντας τα δημογραφικά νούμερα από 4.500 (1920) σε 6.000 (1936).
Ένα χρόνο αργότερα, η δείνη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, σηματοδότησε το τέλος της επερχόμενης βιομηχανικής άνθισης, η οποία βομβαρδίστηκε από την λαίλαπα του ισπανικού εμφυλίου πολέμου.

Η Γκουέρνικα μέσα από την ιστορία

Την άνοιξη του 1937 ξεκινάει ο εμφύλιος πόλεμος στην Ισπανία.Ο[δικτάτορας Φράνκο, με την αρωγή του Χίτλερ, επιχειρεί να κατατροπώσει τα λιγοστά δημοκρατικά ψήγματα της Ισπανίας. Οι εθνικιστές κόλακες του δικτάτορα, κρατούν τα γκέμια του βόρειο ημισφαιρίου της Ισπανίας, υποτάσσοντας το ανυπότακτο Μπιλμπάο που βρίσκονταν σε συνεχή επικοινωνία με την δημοκρατική κυβέρνηση της Μαδρίτης. Η μικρή πόλη, αποτελούσε αγκάθι για τους εθνικιστές καθώς η αντίστασή της δεν εξυπηρετούσε τα μεγαλόπνοα σχέδια της χιτλερικής μπότας. Ανεξάρτητα από τα ανωτέρω, το πλεονέκτημα της στρατηγικής της – γεωγραφικά- θέσης, αποτέλεσε κρησφύγετο πολλών δημοκρατικών. Μέσα στην φρίκη του εμφύλιου σπαραγμού, οι δημοκρατικοί, προκειμένου να γλιτώσουν από τα εκτελεστικά αποσπάσματα, δραπέτευσαν προς το Μπιλμπάο, μετατρέποντας την πόλη σε ένα προσωπικό φρούριο.
Έτσι, το ανοιξιάτικο εκείνο απόγευμα η “Επιχείρηση Επίπληξη”, όπως ήταν η κωδική της ονομασία σχεδιασμένη από τον στρατηγό Βόλφραμ Φράιχερ Φον Ριχτχόφεν, (Wolfram Karl Ludwig Moritz Hermann Freiherr von Richthofen), θέρισε την πόλη από τις 16.30 έως τις 19.00 το βράδυ, την 26η του Απρίλη. Αρχικά τα αεροπλάνα θα επιχειρούσαν πέντε κύματα επιθέσεων στα περίχωρα και έπειτα εντός της πόλης, με βόμβες 250 και 50 κιλών και ακόλουθες του ενός κιλού. Τα 20 γερμανικά και ιταλικά μαχητικά, ανέμεναν την διαταγή η οποία δεν άργησε να έρθει. Γερμανοί και Ιταλοί κρανοφόροι, έπειτα από εντολή του Βόλφραμ Φράιχερ Φον Ριχτχόφεν, επιβιβάστηκαν στο φιλόδοξο σχέδιό τους και βομβάρδισαν καταιγιστικά και βάναυσα την ανοχύρωτη πόλη της Γκερνίκα ενώ παράλληλα τυλίγονταν στις φλόγες. Σύμφωνα με στοιχεία που ανακοίνωσαν οι αρχές, ο αριθμός των θυμάτων ανήλθε στους 1654 νεκρούς και 889 τραυματίες, μολαταύτα, στοιχεία μεταγενέστερων ερευνών πρόσφατες έρευνες έφεραν στοιχεία που θέλουν τους νεκρούς  να ανέρχονται στους 300 σε αριθμό.

 

Ο απολογισμός

Κατά τον βομβαρδισμό τα περισσότερα θύματα φορούσαν την γκροτέσκα μικρών παιδιών και ανυπεράσπιστων γυναικών, τα οποία αγνοούσαν το πολιτικό καπρίτσιο. Η επίθεση αυτή που έδειξε με σαφήνεια τις προθέσεις της δικτατορικής θύελλας, καταγράφηκε στην ιστορία ως η πρώτη εν’ ψυχρώ δολοφονία αμάχων του νεότερου πολιτισμένου κόσμου.   

Υπάρχουν βάσιμες υποψίες, ότι οι Γερμανοί, πιθανότατα υπερέβησαν τις οδηγίες των Ισπανών και βομβάρδισαν με περισσή ένταση ως αντίποινα της πτώσης ενός γερμανικού Ζέπελιν και την συνακόλουθη χλεύη προς το πρόσωπο του εθελοντή πιλότου, o οποίος βρέθηκε κάποιες μέρες πρωτύτερα στο Μπιλμπάο. Οι εθνικιστές “μύστες”, αν και δεν αποποιήθηκαν των ευθυνών τους, υπογράμμισαν ότι για τις μεγάλες αυτές καταστροφές ευθύνονται οι Δημοκρατικοί, οι οποίοι εφάρμοζαν την τακτική της “καμμένης γης”. Πράγματι, η δημοσιογραφική έρευνα, υστερότερα, επιβεβαίωσε την θεωρία. Το μελανό πρόσωπο του πολέμου, τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν κατά της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και ύπαρξης, ενέπνευσαν την συγγραφική πένα του Pol Chem (Πολ Χεμ), συνθέτοντας ένα διαχρονικό μυθιστόρημα, κατά των συμβολαίων θανάτου.

“Το πρόσωπο του θεού  Άρη μόλις άνοιξε τις πύλες του ναού του και η ειρήνη, δίνει την δαυλό της στον πόλεμο , τρέχει με την ασπίδα και το αιματηρό σπαθί της απειλώντας για μεγάλες καταστροφές. Λίγη προσοχή δίνεται στον  Έρωτα που με τα χάδια του προσπαθεί να παραπλανήσει την Αφροδίτη”.

 H Γκουέρνικα του Πικάσο

“Πάνω στο νεκρό ξύλο της βελανιδιάς της Γκουέρνικα,
πάνω στα ερείπια της Γκουέρνικα,
κάτω από τον καθαρό ουρανό της Γκουέρνικα
ένας άντρας επέστρεψε,
κρατώντας στα χέρια του ένα ματωμένο δαμάλι
και ένα περιστέρι στην καρδιά.
τραγουδάει για όλους τους ανθρώπους
το αγνό τραγούδι της εξέγερσης
που λέει ευχαριστώ στην αγάπη,
που λέει όχι στην καταστροφή,
όχι στην καταπίεση.
Γκουέρνικα…
η αθωότητα θα νικήσει το έγκλημα,
Γκουέρνικα…”

“Paul Elyard, από την φωνή της Maria Casares”. 

Ανάλυση του έργου 

Ο ζώγραφος, αποχαιρετά την πολυχρωμία και την ζωηρότητα των χρωμάτων της μπλε-ροζ περιόδου (1901-1907) και επιλέγει να κρυφτεί πίσω από σκούρες αποχρώσεις, τους τόνους του ασπρόμαυρου και του γκρι. Η αισθητική της διακόσμησης απομακρύνεται από την πρώιμη καλλιτεχνική του προσφορά . Το πινέλο του, φλερτάρει με τις κομματιασμένες και παραμορφωμένες γραμμές και σχήματα του κυβισμού και αναστατώνει τα αισθητήρια όργανα. Το παζλ, απεικονίζει διαμελισμένα ζώα, γυναίκες κρατώντας τα νεκρά μωρά τους και κατεστραμμένα κτίρια. Μπροστά στην θέαση της ελαιογραφίας, η αναπνοή τρεμοπαίζει από το σκηνικό του θανάτου. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο Πικάσο, παρακολουθώντας νοερά την βαρβαρότητα, τοποθετεί τον εαυτό του στο μέσο του πίνακα -όχι το σώμα του- παρά μόνο το κεφάλι του, επιθυμώντας να δείξει ότι βρίσκονταν εκεί.

Ο Πικάσο, βαθειά δημοκρατικό πνεύμα, καταρακωμένος από τα δεινά του πολέμου, βουτάει στην παλετοθήκη τις ακουαρέλες και συνθέτει ένα αποσυντεθεμένο έργο, παζλ 1500 κομματιών. Ο καμβάς, μνημειακών διαστάσεων, ύψους 3,5 μέτρων και πλάτους 7,5 μέτρα, ακούει στο όνομα “Γκουέρνικα”, το οποίο είναι μάλλον το πιο διάσημο έργο του καλλιτέχνη.
Η σύγχρονη Ατλαντίδα, αναδύεται από την θάλασσα της κραυγής και της αμφιβολίας σέρνοντας το ανυπολόγιστο κόστος της εποχής της. Ο πίνακας αρχίζει από αριστερά, απεικονίζοντας μια γυναίκα- μητέρα, με μισάνοικτο το στόμα, η οποία κρατά στην αγκαλιά της το νεκρό μωρό της, ενώ την σκεπάζει το κεφάλι ενός ανήσυχου ταύρου που βρίσκεται δίπλα σε ένα βουνό, έχοντας το βλέμμα του στραμμένο προς όλες τις κατευθύνσεις για να επιτεθεί. Ο Πικάσο, επέλεξε τον ταύρο ως σύμβολο του φασισμού και της τρομοκρατίας. Τα δύο αυτά σύμβολα αναπλάθει ο Πικάσο στο έργο του, για να υπογραμμίσει την έννοια του φασισμού και τον θάνατο κάθε πηγής γονιμότητας και αναπαραγωγής μέσα από το βρέφος. Πιο κάτω, καθώς το παιδί πεθαίνει παθητικά, ξεπροβάλλει το σώμα ενός νεκρού πολεμιστή της πρώτης γραμμής, με χέρια ανοιχτά και όψη παραμορφωμένη. Ο στρατιώτης της μάχιμης ομάδας, φέρει ένα σπασμένο ξίφος το οποίο μοιράζεται την θέση του στην ελαιογραφία με ένα λουλούδι, σύμβολο της ελπίδας. Ο ζωγράφος, εσκεμμένα σχεδίασε τον πολεμιστή σε αυτή την στάση, ανακαλώντας στην μνήμη των θεατών την σταύρωση του Χριστού και τον πόνο που υπέστη ο ίδιος κατά την στιγμή εκείνη. Εν συνεχεία, στο κέντρο του πίνακα, εκτείνεται ένα θανάσιμα τραυματισμένο άλογο με ανοιχτό το στόμα, ώστε να δημιουργεί την εικόνα πως χλιμιντρίζει. Σύμφωνα με τον Πικάσο, το λογχισμένο άλογο αποτελεί σύμβολο του απεγνωσμένου λαού, που ζητά βοήθεια. Το ζώο -που βρίσκεται κάτω από το κεφάλι του καλλιτέχνη-  φανερώνει την πρόθεση, να καλπάσει η έμπνευσή του σε όλο τον κόσμο και να φύγει από τα σύνορα του ισπανικού κόσμου, γι’ αυτό εξάλλου έστειλε τον πίνακα του στο Παρίσι (1937). Το ένα πόδι του άλογου στο πίσω μέρος του, κρατά κάτι μικρό. Πρόκειται για την χρηματική εκτίμηση της αξίας του πίνακα, αντιστρόφως ανάλογη με την δόξα που θα τον διαδεχθεί. Ενώ το σώμα του αλόγου στρέφεται προς τα πάνω του, ο Πικάσο κρατώντας το κερί στρέφει το πρόσωπο του αθώου αλόγου προς άλλη κατεύθυνση, για να καλπάσει αποδεσμευμένο από τα χαλινάρια του στα μέρη που περπατά η Αφροδίτη. Κάτω από εκείνη την γυναικά ξεπροβάλλει μια δεύτερη με σκεπασμένο το στόμα κρατώντας ένα παιδί. Είναι εκείνη που εγκαταλείπει το σπίτι της  με το παιδί, στεναχωρημένη και ντροπιασμένη χωρίς να μιλήσει σε κανένα για την εξωσυζυγική  σχέση του άντρα της, γι΄ αυτό και την βλέπουμε με κατεβασμένο κεφάλι, να κρύβει την αισχύνη κάτω από το μαντήλι και να δραπευτεύει.
Μεταξύ των κεφαλιών ταύρου-αλόγου, υψώνεται ένα περιστέρι, στριμωγμένο σε ένα μικρό χώρο, με ανοικτό το ράμφος και κατεβασμένο το ένα φτερό του. Ο Πικάσο εδώ, σαν λεπτολόγος αρχιτεκτόνας, ζωγραφίζει ένα σύμβολο ειρήνης για να καταδείξει ότι το σύμβολο της ειρήνης βοηθά στο κέντημα της Κοινωνίας των Εθνών. Επίσης, κάτω από το κεφάλι του ζωγράφου, ξεπροβάλλει μέσα από τον μανδύα μια όμορφη γυναίκα ενώ το κορμί της κρύβεται μέσα στον μανδύα του. Αυτό σημαίνει ότι ο Πικάσο διατηρεί κρυφή σχέση με αυτή την επιφανή γυναίκα η οποία τον θαυμάζει, τον στηρίζει και κοιτάζει το κερί, δηλαδή την τρυφερή σύλληψή του που ακούει στο όνομα “Γκουέρνικα” ενώ, ταυτόχρονα, πιστεύει στην απήχησή του. Δεξιά της εικόνας, εμφανίζονται κάποιες γυναίκες που προσπαθούν να γλυτώσουν από τα πυρά των “εραστών του πολέμου”. Στην άκρη προς τα δεξιά, παριστάνεται ένας άνθρωπος πριν εγκαταλείψει τα συντρίμια. Τα λευκά και ημίλευκα τριγωνάκια  μαρτυρούν ότι το κτίριο υποτάσσεται στην δίψα του πολέμου.

Στην ακριανή πλευρά από τα δεξιά, απεικονίζονται μια γάμπα και μια πατούσα. Εδώ υπονοείται ότι ο Πικάσο είναι εκείνος που σπρώχνει τα προσωπικά και τα επαγγελματικά του με όλη την δύναμη του και τα χρησιμοποιεί ως εργαλείο του δικού του πολέμου, ενώ η καλοαναθρεμένη γυναίκα του απλώνει το χέρι εγκάρδια
Στο επάνω μέρος δεξιά του πίνακα, ο ανυποψίαστος άνδρας δεν μπορεί να καταπιεί το τετράγωνο σχήμα. Αυτό σημαίνει ότι οι άνθρωποι της μικρής πόλης, βαθειά καταπιεσμένοι δεν μπορού να δεχτούν το γεγονός του απονενοημένου διαβήματος. Στο κάτω μέρος, δυο χέρια σφίγγουν το ένα με το άλλο και επισφραγίζουν τις κρυφές συμφωνίες των πολιτικών που έγιναν με σκοπό την δύση του επικείμενου πολέμου. Στο αριστερό μέρος -σε κλισέ-, εντοπίζεται ένα βουνό που καπνίζει. Σημαίνει ότι η υπόθεση “Γκουέρνικα”, έκλεισε νικηφόρα για την “δικτατορική αυτοκρατορία”, αλλά τα σχόλια συνεχίζονται και οι φήμες αιωρούνται στα “Ευρωπαϊκά καφέ”. Στο κάτω μέρος του πίνακα, ως τελευταία φιγούρα, βλέπουμε έναν απεγνωσμένο άνδρα να εκλιπαρεί για βοήθεια και τροφή. Τα μάτια των εικονιζόμενων προσώπων (της μητέρας, του νεκρού, εν’ τέλει, πολεμιστή, του ταύρου, του αλόγου και των άλλων μορφών) κείτονται σε  απροσδιόριστες θέσεις. Σύμφωνα με τους σχολιαστές αυτό συμβαίνει καθώς αντικρίζουν ένα κόσμο γεμάτο με σκοτεινές πινελιές, ξένο ως προς την ευγενή ανθρώπινη φύση. Η παράνοια της εμφύλιας διαμάχης απεικονίζεται με την μετατόπιση των ανυποψίαστων ματιών, και τον διαμελισμό των παγωμένων -από φόβο- σωμάτων.

Παρατηρώντας πιο προσεχτικά τον καμβά, τα σώματα σχεδιάστηκαν κομματιαστά για να μας μεταφέρουν στο πολεμικό μέτωπο την ώρα που εκρήγνειται η βόμβα.Το πινέλο του Πικάσο αποτυπώνει πιστά τα γεγονότα την στιγμή της έκρηξης και μας καθιστά παρατηρητές των παθών. Ο χώρος μέσα στον οποίο διαδραματίζονται τα γεγονότα, δεν είναι καθορισμένος. Τα εγγενή έντυπα που εντοπίζονται διαγώνια, δίνουν οπτική έμφαση στο ψυχολογικό αντίκτυπο, το οποίο επισκιάζεται από τον κατακερματισμό. Τα διάκενα της αλληλένδετης ένωσης και κοπής (στοιχείο του κυβισμού) αποτελεί εκείνες ακριβώς τις ρωγμές που εμπνέουν τα μουσικά πεντάγραμμα. Η γυναικεία μορφή κρατώντας την λάμπα πετρελαίου, φαίνεται να είναι η μόνη που γλίτωσε από τα βέλη των βομβαρδισμών μορφή που δεν φαίνεται χτυπημένη από το βομβαρδισμό, αλλά με το σκισμένο της πέπλο, στερημένη κοσμημάτων περιφέρεται. Πρόκειται για την δυστυχισμένη Ευρώπη που για πολλά χρόνια φοράει την ντροπή της. Εδώ, την ομφαλοσκοπία διαδέχεται η έννοια της αλληλεγγύης, του πολιτισμού, που προσπαθεί να δώσει τα φώτα του στο σκούρο σκηνικό. Η γυναίκα με την λάμπα, είναι ο αγγελιοφόρος της τέχνης και του πολιτισμού που τρεμοσβήνει μέσα στα μελανά χρώματα της ευγενής χειρονομίας του Πικάσο.  
Από το πίσω μέρος του κεφαλιού του, η πορεία των χρωμάτων κατασταλλάζει και αποκτά γκρι απόχρωση- μια πιο ανοικτή- ενώ έπειτα μετατρέπεται σε ένα λευκό κερί που πλησιάζει τον ήλιο.  

Τα γεγονότα διαδραματίζονται σε έναν χωρο- χρόνο απροσδιόριστο. Οι αρμόδιοι σχολιαστές του έργου, υποστήριξαν ότι η σύνθεση του πίνακα στηρίζεται στην ιδέα μιας μεγάλης πυραμίδας, με μια λάμπα πετρελαίου να κοσμεί την κορυφή της. Η κίνηση, σύμφωνα με τις αρχές του κυβισμού, πιστοποιείται μέσα από δύο όρθια παραλληλόγραμμα ένα δεξιά και ένα αριστερά και με τα σκόρπια ανισοσκελή τρίγωνα, προσδίδοντας δυναμισμό και βεβαιότητα στην παράσταση.

Οι διαφορετικές γεωμετρικές διαβαθμίσεις του γκρι, αποτυπώνονται μεταξύ της σχέσης φως-σκοτάδι. Η εικονογραφική δομή στον χώρο που πλαισιώνουν τα γεωμετρικά σχήματα και σχήματα, μειώνουν το ένα την ένταση του άλλου.

Οι πινελιές της νεκρής φύσης, όπως προλέχθηκε, αντιτάσσονται στα χρώματα της ζωντανής φύσης, και δεν δείχνουν τίποτε παραπάνω, από τον τρόμο που κυριαρχεί ολόγυρα. Από το πίσω μέρος του κεφαλιού του ξεκινάει ένα σκούρο χρώμα, μετά γίνεται πιο γκρι, μετά λίγο πιο ανοιχτό ενώ καταλήγει σε λευκό χέρι που κρατά ένα κερί κοντά σε ένα Ήλιο με μάτι.

Αυτό σημαίνει ότι ενώ στην αρχή του συμβάντος εθλιβη, σιγά-σιγά άρχισε ο πόνος να απαλύνεται και να γίνεται ιδέα καλλιτεχνική, σαν φως που θα λάμψει  στον κόσμο και θα δώσει μηνύματα για το δράμα του βομβαρδισμού της πόλης Γκουέρνικα. Η λάμπα που διακρίνεται  πάνω από το κεφάλι του αλόγου, στην ουσία  δεν φωτίζει τίποτα., παρά μόνο τα “υπόλοιπα”, τα “περισσεύματα” που προσδιορίζουν την θέση τους στον χώρο, ανίκανα να ξεφύγουν από την μοίρα τους, συνθέτοντας την επιθυμία του ζωγράφου για την σύσταση μιας “Κοινωνίας Εθνών”.
Η “Γκερνίκα” δραπετεύει από την Ιβιρική Χερσόνησο και γίνεται κτήμα όλων εκείνων που ένοιωσαν την αίσθηση του απροσδόκητου να ανεβαίνει απειλητικά από τα άκρα, στα μάτια τους και να μετατρέπεται σε εικόνα. Ο Πικάσο, άνθρωπος με κοινωνική συνείδηση, προσυπογράφει ένα διαχρονικό λογοτεχνικό εγχειρίδιο, με παγκόσμια απήχηση που μπροστά στην θέασή του αισθανόμαστε όλοι ίσοι. Η ρηξικέλευθη αυτή παραγγελλία του πινέλου του, μετέδωσε την λυρικότητα του σε όλες τις γωνιές του κόσμου και το κατέστησε καθολικό, όπως άλλωστε μαρτυρεί η οικουμενική ματιά του ήλιου
“Η μάχη της Ισπανίας είναι ένας αγώνας της πλουτοκρατίας και της αντίδρασης ενάντια στον ισπανικό λαό – ενάντια σ’ όλους τους ανθρώπους που μάχονται για την ελευθερία τους”.

…Πικάσο

Η έκθεσή του

Η ελαιογραφία εκτέθηκε τον Ιούλιο του 1937 στη Διεθνή Έκθεση των Παρισίων. Στη συνέχεια, περιόδευσε στις μεγάλες πρωτεύουσες του κόσμου, προκειμένου να συγκεντρωθούν χρήματα για την προάσπιση του δημοκρατικού καθεστώτος της Ισπανίας. Μετά την επικράτηση του Φράνκο, το 1939, η “Γκουέρνικα” φιλοξενήθηκε στο μουσείο μοντέρνας τέχνης της Νέας Υόρκης (ΜΟΜΑ). Το 1968 ο Φράνκο εξέφρασε την επιθυμία να μεταφερθεί ο πίνακας στην Ισπανία. Ο Πικάσο αρνήθηκε και εξουσιοδότησε το μουσείο να επιστρέψει τον πίνακα στην Ισπανία, ὃτε και ἄν αποκατασταθεί η Δημοκρατία. Το λίκνο της ισονομίας σηματοδότησε ο θάνατος του Franco (Φράνκο ) και η “Γκουέρνικα” επέστρεψε στα χώματα της πατρίδας της και αποτέλεσε ένα από τα σπουδαιότερα εκθέματα του Μουσείου “Πράδo” της Μαδρίτης.
“Ο αγώνας του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία, είναι ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη”, έγραψε κάποτε ο Milan Kundera (Μίλαν Κούντερα), και το φάντασμα της Γκουέρνικα, στέκει και στολίζει το μουσείο Μοντέρνας Τέχνης “Βασίλισσα Σοφία” στην Μαδρίτη.

H αποκοπή του έργου έγινε για βοηθητικούς λόγους και πάντα σεβόμενη το πρόσωπο του καλλιτέχνη και το έργο του.

Βιβλιογραφία

Συντάχθηκε από Georgia Iliakopoulou

Are you interested in any Course?